Η διπλή «ταρίφα» σε εξωτερικό και εσωτερική αγορά αναγκάζει σε χαμηλές τιμές προς τα έξω, αλλά αυξάνει τις ανατιμήσεις στο εγχώριο «ράφι»
Η Ευρώπη, με τη βούλα της ΕΚΤ, πανηγυρίζει την επαναφορά της ανόδου των τιμών σε ισορροπία τιμών, με πρόβλεψη για αυξήσεις 2,1% φέτος, στο όριο της σταθερότητας. Κάτι που οδήγησε τους διοικητές να κρατήσουν την επιπλέον κίνηση μείωσής τους στο 1,75% ως «μπαλαντέρ» για ένα απευκταίο παγκόσμιο σενάριο, που θα προκαλέσει νέες πιέσεις στην ανάπτυξη. Η απόφαση αυτή της ΕΚΤ, ωστόσο, συνδέεται και με μία άλλη διάσταση που συζητείται χαμηλοφώνως: τις πολλές ταχύτητες στην πορεία των τιμών, με την Ελλάδα να είναι σε δυσμενή θέση.
Εκτιμάται από τους οικονομολόγους της ΕΚΤ πως ο εναρμονισμένος δείκτης προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,1% και στο 2,6% το 2025 και το 2026, αντίστοιχα, αναθεωρημένος σημαντικά προς τα πάνω λόγω του υψηλότερου από τον αναμενόμενο πληθωρισμού υπηρεσιών και τροφίμων. Για την Ευρωζώνη η ανάλογη πρόβλεψη είναι μόνο 1,7% για το 2026.
Ουσιαστικά η ΕΚΤ εκτιμά πως το «χάσμα» στην άνοδο των τιμών θα διατηρηθεί. Με μία από τις αιτίες να είναι τα προβλήματα στην αγορά υπηρεσιών, αλλά και στον κλάδο τροφίμων. Αλλά και με ένα μεγάλο μέτωπο στο κόστος ρεύματος. Η ακρίβεια στην Ελλάδα είναι πλέον μεγάλο «αγκάθι» και για την επιχειρηματικότητα αλλά και συνολικά για την κατανάλωση και την οικονομία.
Τα δεδομένα δείχνουν πως ο πληθωρισμός πολιορκεί την ελληνική επιχειρηματικότητα, με φορείς της αγοράς από τη βιομηχανία, τα ενοίκια και τις τουριστικές υπηρεσίες έως τον πρωτογενή τομέα, που βιώνει ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι, να εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Περιγράφουν τα υψηλά κόστη, κάνοντας λόγο για προβλήματα ανταγωνισμού σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και υπηρεσιών. Ειδικά στους αγρότες φέτος προστίθενται η κλιματική και η υγειονομική κρίση, δημιουργώντας εκρηκτικές συνθήκες και μεγάλες ανατιμήσεις.
Προκαλείται, επίσης, εξηγούν παράγοντες της αγοράς, ένας γόρδιος δεσμός μεταξύ των αυξήσεων τιμών και της ανάγκης να γίνουν μισθολογικές αυξήσεις που επιβαρύνουν τα εταιρικά κόστη χωρίς όφελος για τον εργαζόμενο, καθώς η αύξηση απολαβών αντισταθμίζεται πλήρως από την ακρίβεια. Και κατά συνέπεια υπάρχει κίνδυνος καθίζησης της κατανάλωσης.
Από πλευράς εξωτερικής αγοράς, το χάσμα στην πορεία των ανατιμήσεων προκαλεί μία άλλη παρενέργεια: μία διπλή «ταρίφα» των εταιριών σε εξωτερικό και στην εσωτερική αγορά. Δηλαδή, ο ανταγωνισμός αναγκάζει σε χαμηλές τιμές προς τα έξω, για να διατηρηθεί η ανταγωνιστική θέση, αλλά μοιραία αυξάνει τις ανατιμήσεις στο ελληνικό «ράφι», για να αντισταθμιστεί η χασούρα…
ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Τα τελευταία στοιχεία είναι ενδεικτικά. Οι διαφορές πληθωρισμού με την Ευρώπη παραμένουν σημαντικές. Ο πληθωρισμός σε επίπεδο εναρμονισμένου δείκτη είχε άνοδο 3,1% τον Αύγουστο. Παραμένει ταχύτερος από τον πληθωρισμό της Εευρωζώνης από τον Ιούλιο του 2024. Ο δομικός πληθωρισμός (εξαιρουμένων των κλάδων της ενέργειας και των τροφίμων) στην Ελλάδα παραμένει σε υψηλά επίπεδα λόγω των ανατιμήσεων στον κλάδο των υπηρεσιών (3,9%, έναντι 2,3% ανόδου στην Ευρωζώνη). Στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, το χάσμα είναι επίσης μεγάλο (7,4% στην Ελλάδα, έναντι 5,5% στη Ευρωζώνη), ενώ στις υπηρεσίες ο δείκτης τρέχει με 4,9% στην Ελλάδα, έναντι 3,1% στην Ευρωζώνη.
Να σημειωθεί πως ο κλαδικός δείκτης ενέργειας αναμένεται να παραμείνει αρνητικός μέχρι το 2027, όταν τεθούν σε ισχύ νέα μέτρα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής (δηλαδή το νέο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της Ε.Ε. – ETS2). Μετά αναμένονται νέες πιέσεις. Ετσι η Ελλάδα τώρα δεν ωφελείται από τη μεγάλη πτώση τιμών στον κλάδο ενέργειας (μειώθηκε μόνο κατά 1,9%) γιατί ο δείκτης ρεύματος αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 7,7%…
Για το μέλλον έχει ενδιαφέρον η ανάλυση της ΕΚΤ για τους λόγους που θα οδηγήσουν πιο ψηλά τον πληθωρισμό: η πρόβλεψη αναθεωρείται σημαντικά προς τα πάνω, στο 3,1% (από 2,5%) το 2025 και στο 2,6% (από 2,1%) το 2026. Αναφέρεται πως οι αναθεωρήσεις οφείλονται στον υψηλότερο (και πιο επίμονο από το αναμενόμενο) πληθωρισμό των υπηρεσιών και στον πληθωρισμό των τροφίμων. Το 2025 αναμένεται να παραμείνει υψηλός, αντανακλώντας τη διατήρηση του πληθωρισμού των υπηρεσιών (κυρίως λόγω των αναμενόμενων αυξήσεων στους μισθούς και τα ενοίκια, των πιέσεων από την υψηλή τουριστική ζήτηση και των αυξήσεων στους έμμεσους φόρους), τον υψηλό πληθωρισμό των μη επεξεργασμένων τροφίμων και τους λιγότερο αρνητικούς ρυθμούς πληθωρισμού της ενέργειας (λόγω των υψηλών ρυθμών πληθωρισμού στην ηλεκτρική ενέργεια). Το 2026 ο πληθωρισμός θα επιβραδυνθεί η άνοδος, ενώ το 2027 εκτιμάται στο 2,4%, λόγω της ενσωμάτωσης της επίδρασης του νέου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών στην Ε.Ε.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά φέρνουν στρεβλώσεις
Σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Παραγωγού (PMI) του Αυγούστου, υπάρχει μία διττή εικόνα στις τιμές. Στην εγχώρια αγορά καταγράφονται υψηλές ανατιμήσεις, που πλησίασαν περίπου κοντά στο 10% στις αρχές του έτους, ενώ οι τιμές στα εισαγόμενα είδη και στην εξωτερική αγορά κινούνται χαμηλότερα. Δηλαδή, οι μετρήσεις δείχνουν ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η ελληνική αγορά από τη βιομηχανία. Η παραγωγή φαίνεται πως προσαρμόζεται στις διεθνείς συνθήκες ανταγωνισμού, αλλά επιδιώκει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους τους στο εσωτερικό.
Αλλά και οι πληθωριστικές προσδοκίες μεταξύ των επαγγελματιών για τον πληθωρισμό από την Consensus Forecasts που δημοσιεύτηκαν τον Σεπτέμβριο δείχνουν ανάλογη εικόνα. Στην Ευρωζώνη οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό για το 2025 και το 2026 περιορίστηκαν στο 2,1% και στο 1,8%. Η Ελλάδα, ωστόσο, καταγράφει τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με τον πληθωρισμό να διατηρείται σε σταθερά υψηλό επίπεδο, πάνω από 2,5% και το 2026…
Στο ίδιο μοτίβο είναι οι μετρήσεις για τις μέσες προσδοκίες των επιχειρήσεων για τον πληθωρισμό. Σε ορίζοντα ενός έτους στην Ελλάδα είναι στο 3% το δεύτερο τρίμηνο του 2025, ενώ στη ζώνη του ευρώ στο 2,5% (από 2,9% το προηγούμενο τρίμηνο). Αλλά και οι προσδοκίες καταναλωτών για τον πληθωρισμό στην έρευνα της ΕΚΤ δείχνει ότι σε εύρος πέντε ετών στην Ελλάδα είναι στο 5% και στο 2,1% στη ζώνη του ευρώ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025)





