Μετά από ένα ιστορικό σερί δέκα μηνών συνεχούς ανόδου, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά κατέγραψε μια εντυπωσιακή επίδοση που αποτελεί πρωτοφανές ρεκόρ στα χρονικά. Ο Γενικός Δείκτης σημείωσε σωρευτικά κέρδη 46,22%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης εκτινάχθηκε κατά 87,71%. Η συνολική κεφαλαιοποίηση αυξήθηκε κατά 36,3 δισ. ευρώ από τα τέλη Οκτωβρίου έως σήμερα.
Το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου έκλεισε με κέρδη 37,56%, τοποθετώντας το Χρηματιστήριο Αθηνών στη δεύτερη θέση παγκοσμίως σε αποδόσεις, ακολουθώντας μόνο την αγορά του Βιετνάμ (+38,72%).
Ωστόσο, οι πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου συνοδεύτηκαν από διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση της αναταραχής στις διεθνείς αγορές. Η διόρθωση θεωρείται αναμενόμενη και αφορά το τελευταίο ανοδικό κύμα που ξεκίνησε τον Απρίλιο από επίπεδα κάτω των 1.500 μονάδων. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ανοδική τάση παραμένει ισχυρή, καθώς η περιορισμένη υποχώρηση από το υψηλό 15ετίας (2.126,18 μονάδες) δεν αλλάζει τη θετική εικόνα. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, καταγράφονται ενδείξεις κόπωσης.
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία των επόμενων ημερών θα παίξει το κλίμα στις ευρωπαϊκές αγορές. Στις 8 Σεπτεμβρίου η γαλλική κυβέρνηση αναμένεται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, με την έκβαση να δημιουργεί έντονη αβεβαιότητα. Ήδη, οι πιέσεις στα γαλλικά ομόλογα και στις τραπεζικές μετοχές αντανακλούν το κλίμα ανασφάλειας, που δεν περιορίζεται μόνο στη Γαλλία αλλά επηρεάζει συνολικά το επενδυτικό περιβάλλον.
Για την ελληνική αγορά, η θετική εικόνα παραμένει, αλλά η αυξανόμενη διεθνής αστάθεια αναγκάζει επενδυτές και αναλυτές να επαναξιολογήσουν τους κινδύνους.
Η αποτίμηση της αγοράς
Παρά την ισχυρή άνοδο σε υψηλά 15 ετών, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα JP Morgan σημειώνει ότι η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά εμφανίζει σημαντικά χαμηλότερες αποτιμήσεις σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο δείκτης Forward P/E των ελληνικών μετοχών διαμορφώνεται στο 9,3x, 27% κάτω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και 30% χαμηλότερα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι επενδυτές επωφελούνται επίσης από υψηλή μερισματική απόδοση, η οποία αγγίζει το 3,4%, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,6%).
Η αναμενόμενη αύξηση των κερδών ανά μετοχή παραμένει μέτρια, με 5% για το 2025, 6% για το 2026 και 10% για το 2027, ενώ η ανάπτυξη του ΑΕΠ εκτιμάται στο 2% το 2025 και στο 1,8% το 2026, κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Παρά τα υψηλά κέρδη των τραπεζικών μετοχών, σύμφωνα με την Euroxx, τα επικαιροποιημένα μοντέλα, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο με δείκτη P/E περίπου 7,1x για το 2027, δηλαδή με discount 15-20% σε σχέση με τις περιφερειακές ομοειδείς (P/E 8,8x για το 2027). Σε αυτό το πλαίσιο, η Euroxx θεωρεί ότι οι ελληνικές τράπεζες αξίζουν ένα premium λόγω υψηλότερης ανάπτυξης δανείων (κοντά στο 10% ετησίως) και ενδεχόμενης καλύτερης διανομής μερισμάτων.
Η ανοδική κίνηση της αγοράς στο δεκάμηνο Νοεμβρίου 2024-Αυγούστου 2025 βρήκε στηρίγματα:
– Στο ότι η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, παρά την άνοδο, παραμένει ελκυστική, εάν κάποιος δίνει τη σχέση κεφαλαιοποίησης της αγοράς σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Ελλάδος. Με βάση την εκτίμηση για ΑΕΠ στα 240 δισ. ευρώ το 2025 η κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς, η οποία ανέρχεται στα 133 δισ. ευρώ, αντιστοιχεί λίγο υψηλότερα από το 50% του ΑΕΠ. Η Alpha Finance επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με discount περίπου 20% έναντι του μέσου όρου 20ετίας και 30-40% έναντι των Stoxx 600 και MSCI EM, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο.
– Στο ισχυρό αναπτυξιακό story της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία διαθέτει τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια έναν “ελεύθερο διάδρομο” ανάπτυξης σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας. Η ελληνική οικονομία θα είναι και το 2025, μια από τις πρώτες σε ανάπτυξη στην ΕΕ. Η κατεύθυνση κεφαλαίων από τις ΗΠΑ και όχι μόνο που παρατηρείται προς την Ευρώπη ευνοεί το Χ.Α., καθώς εμφανίζει υψηλότερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
– Στη δημοσιονομική σταθερότητα. Η πορεία των δημοσιονομικών στοιχείων βρίσκεται σε τροχιά υπεραπόδοσης υποστηρίζοντας το σενάριο μιας θετικής αναθεώρησης των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.
– Στη δυναμική που έχει δημιουργήσει η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και κυρίως στην αγορά των ομολόγων. Τα ελληνικά ομόλογα παρουσιάζονται ιδιαίτερα ανθεκτικά, όταν εκδηλώνεται παγκόσμιο “ξεπούλημα” στις αγορές ομολόγων.
– Η υψηλή κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών στηρίζει τις αποτιμήσεις των μετοχών.
– Η προοπτική της αναβάθμισης της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές. Η διοίκηση του Χ.Α. εκτιμά ότι είναι δυνατή η αναβάθμιση του ελληνικού Χρηματιστηρίου σε αναπτυγμένη αγορά από έναν τουλάχιστον διεθνή επενδυτικό οίκο μέσα στο 2025, υπολογίζοντας πως οι σχετικές πιθανότητες επιτυχίας υπερβαίνουν το 50%. Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης S&P τοποθέτησε προσφάτως την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις “ανεπτυγμένες” για τον Σεπτέμβριο του 2026.
– Και φυσικά η προοπτική εξαγοράς της ΕΧΑΕ από το Euronext. Η εξαγορά του Χ.Α από το Euronaxt επιτρέπει στους συμμετέχοντες στις ελληνικές χρηματοπιστωτικές αγορές να ενταχθούν σε ένα δίκτυο άνω των 1.800 εισηγμένων εταιρειών με συνολική κεφαλαιοποίηση αγοράς που υπερβαίνει τα 6 τρισ. ευρώ.





