Λιανεμπόριο δύο ταχυτήτων: Λίγοι ανθίζουν, οι μικροί «βουλιάζουν»

Διόλου ενθαρρυντικά τα στοιχεία έρευνας της ΕΣΕΕ, που δείχνουν πως στην ελληνική αγορά ευημερούν μόνο οι μεγάλοι «παίκτες»

Η στροφή προς μεταχειρισμένα και φθηνά προϊόντα (+33,8% τα second-hand) αποκαλύπτει την πίεση των νοικοκυριών και τη νέα πραγματικότητα της αγοράς

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ 

Στιγμιότυπο από εμπορικό κατάστημα στην Αθήνα, Tr;ith 15 Ιουλίου 2025. Την Δευτέρα 14/7 ξεκίνησαν οι θερινές εκπτώσεις για τα καταστήματα και πρόκειται να ολοκληρωθούν στις 30 Αυγούστου.
(ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ/EUROKINISSI)

Οριακή άνοδος λιανικών πωλήσεων σε τρέχουσες τιμές, πτώση σε πραγματικούς όρους και μια αγορά που μοιάζει διχασμένη σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις είναι τα συμπεράσματα ανάλυσης του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για το α’ εξάμηνο του 2025.

Τα ευρήματα της ανάλυσης δεν είναι ενθαρρυντικά για την πλειονότητα των ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων, καθώς λίγες (λιγότερες από 50) πολύ μεγάλες αλυσίδες ανεβαίνουν, ενώ χιλιάδες μικρομεσαίοι παλεύουν με χαμηλότερη ζήτηση και διογκωμένα κόστη.

Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ και με τον επικεφαλής της Σταύρο Καφούνη, ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο (εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων) αυξήθηκε ονομαστικά κατά 1,4% στο α’ εξάμηνο, όταν ο πληθωρισμός έτρεχε με 2,5%. Σε σταθερές τιμές ωστόσο, δηλαδή σε όρους όγκου πωλήσεων, ο τζίρος μειώθηκε κατά 0,3%.

Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή όταν εξετάζεται παράλληλα και το μέγεθος της επιχείρησης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είχαν ισχυρή άνοδο πωλήσεων ακόμα και σε πραγματικούς όρους, +7,3% στο εξάμηνο. Αντιθέτως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο σύνολό τους είδαν τον τζίρο να γυρίζει σε αρνητικό ποσοστό (-1%). Μέσα σε αυτή την κατηγορία, οι μεσαίες έμειναν πρακτικά στάσιμες (+0,3%), οι μικρές υποχώρησαν έντονα (-5,6%) και οι πολύ μικρές κατέγραψαν μικρότερη πτώση (-2,3%).

Σε απόλυτα οικονομικά μεγέθη, ο κλάδος πρόσθεσε μόλις 171,1 εκατ. ευρώ στον τζίρο φέτος, από 12,29 δισ. στο α’ εξάμηνο του 2024 στα 12,46 δισ. κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Πρόκειται για την πιο αδύναμη επίδοση πενταετίας μεταξύ πρώτων εξαμήνων. Ακόμα και η ισχυρή άνοδος των ταξιδιωτικών εισπράξεων, κατά 11% το ίδιο διάστημα, δεν κατάφερε να ενισχύσει επαρκώς τη ζήτηση, ώστε να αντισταθμίσει την καταναλωτική κόπωση στα ελληνικά νοικοκυριά.

Επιπλέον ευρήματα της ανάλυσης της ΕΣΕΕ επισημαίνουν αλλαγές και στη συμπεριφορά των Ελλήνων καταναλωτών. Το Ινστιτούτο καταγράφει αυξημένο ενδιαφέρον για προϊόντα από υπαίθριους πάγκους και για μεταχειρισμένα είδη, με την κατηγορία των second-hand να πραγματοποιεί «άλματα», σε ποσοστιαία βάση +33,8%, ακόμα μία ένδειξη πως οι καταναλωτές αναζητούν φθηνότερες λύσεις για αγορά.

Οι αλλαγές αποτυπώνονται και σε επίπεδο μεταβολών ανά κατηγορία. Θετικό πρόσημο καταγράφεται σε φαρμακευτικά (+91,4 εκατ., +3,8%), καλλυντικά (+46,3 εκατ., +7,9%), παιχνίδια (+45,5 εκατ., +8,9%), πληροφορική/λογισμικό (+42,8 εκατ., +8,2%) και έπιπλα/φωτιστικά/οικιακό εξοπλισμό (+41,4 εκατ., +8,1%). Αρνητικό σε τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό (-28,3 εκατ., -14%), χαλιά (-1,8 εκατ., -8,2%) και υποδήματα/δερμάτινα (-18,4 εκατ., -6,5%).

Γεωγραφικά η ανισομέρεια είναι εξίσου εμφανής. Καλύτερες επιδόσεις είχαν τα Ιόνια Νησιά (+3,5% ή +7,6 εκατ.), η Κρήτη (+2,9% ή +19,2 εκατ.) και η Αττική (+2,7% ή +187,7 εκατ.). Αντίθετα, Νότιο Αιγαίο (-3,5% ή -14,2 εκατ.) και Θεσσαλία (-3,4% ή -16,2 εκατ.) βρέθηκαν στην ουρά.

Εκ των πραγμάτων, η προσοχή πέφτει και στο δυσμενές διεθνές περιβάλλον, με την αβεβαιότητα αγορών, τις συζητήσεις για τους δασμούς μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε., το κόστος πρώτων υλών και τον περιορισμό της καταναλωτικής δαπάνης να είναι παράγοντες που δεν μπορούν να μη ληφθούν σοβαρά υπόψη. Εάν, δε, όλα τα παραπάνω συνδυαστούν με την εγχώρια συμπίεση εισοδημάτων, τον επίμονο πληθωρισμό και το μόνιμα αυξημένο λειτουργικό κόστος, το αποτέλεσμα είναι μια εμπορική αγορά που κινείται με πιο βραδείς ρυθμούς από ό,τι δείχνουν οι δείκτες του ΑΕΠ.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι δίχως βάση η φράση του προέδρου της ΕΣΕΕ, Σταύρου Καφούνη, ότι «λιγότερες από 50 επιχειρήσεις δεν μπορούν να κρατήσουν όλο το εμπόριο», καθώς παρατηρείται μια εμπορική αγορά η οποία εμφανίζει υψηλή συγκέντρωση τζίρου στην κορυφή και χιλιάδες μικρομεσαίους στα όρια της αντοχής. Γεγονός που αναπόδραστα θέτει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της μεγάλης πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και εγείρει την ανάγκη για μέτρα στήριξης της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας.

Μια «τρύπα στο νερό» για τις επιχειρήσεις και οι θερινές εκπτώσεις

Στο ίδιο πλαίσιο, δεν αποτελούν έκπληξη και τα αποτελέσματα των ελληνικών επιχειρήσεων στις πρόσφατες θερινές εκπτώσεις του 2025. Εξι στις δέκα επιχειρήσεις του λιανεμπορίου κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις από πέρυσι, ενώ μία στις δέκα, κυρίως μεγάλες αλυσίδες, γνώρισε άνοδο. Σχεδόν οι μισοί (47%) δηλώνουν λίγο έως καθόλου ικανοποιημένοι. Η πολυαναμενόμενη για τους μαγαζάτορες περίοδος των εκπτώσεων δεν ανέκοψε την κόπωση των νοικοκυριών, ούτε ισοσκέλισε το αυξημένο κόστος.

Η κίνηση κορυφώθηκε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, όμως για επτά στις δέκα με πτώση, αυτή περιορίστηκε έως 20%, ενώ οι λίγες αυξήσεις έμειναν σε μονοψήφια επίπεδα. Το 51% κατέγραψε χαμηλότερη επισκεψιμότητα και μόνο το 21% δηλώνει ιδιαίτερα ικανοποιημένο.

Οι αιτίες είναι γνωστές: ακρίβεια, ανατιμήσεις προμηθευτών και ενέργεια. Τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις δηλώνουν ότι το λειτουργικό τους κόστος έχει αυξηθεί πάνω από 10% από την αρχή του έτους, ενώ δύο στις τρεις αισθάνθηκαν ελάχιστη ή καμία ανακούφιση από τα μέτρα. Επιπλέον, οι σχεδόν μόνιμες προσφορές υπονομεύουν τον θεσμό των εκπτώσεων, καθώς το 37% κρατά μειωμένες τιμές και μετά τις εκπτώσεις, δύο στις τρεις ακολούθησαν τα ίδια κλιμάκια με το 2024 και σχεδόν οι μισές (47%) έκαναν εκπτώσεις σε όλα τα είδη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ