Σε πιο ισχυρή θέση σε σχέση με την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 βρίσκεται σήμερα το γαλλικό τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.
Μιλώντας τη Δευτέρα στο Radio Classique, η κ. Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι, παρότι η κατάσταση είναι σταθερή, η ΕΚΤ παρακολουθεί «πολύ στενά» την πορεία των spreads των γαλλικών κρατικών ομολόγων.
Η ίδια σημείωσε πως δεν διαφαίνεται προς το παρόν λόγος παρέμβασης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη Γαλλία, αλλά τόνισε με έμφαση ότι η διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι απαραίτητη για την οικονομική σταθερότητα της χώρας.
Δήλωσε επίσης ότι το γαλλικό τραπεζικό σύστημα δεν αποτελεί -από μόνο του- πηγή κινδύνου.
Τα σχόλια της Λαγκάρντ έρχονται μια εβδομάδα πριν από την ψηφοφορία στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, κατά την οποία ο πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρου θα ζητήσει την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου στην εύθραυστη κυβέρνηση του για να καταφέρει να περάσει τον προϋπολογισμό του 2026 – και τις περικοπές και αυξήσεις φόρων ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ, με στόχο να περιορίσει το χρέος της Γαλλίας.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δηλώσει ότι δεν πρόκειται να στηρίξουν την κυβέρνηση του, επαναλαμβάνοντας το Σαββατοκύριακο ότι ο Μπαϊρού “θα πέσει” και καλώντας σε εκλογές.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε σχετικά ότι οποιοδήποτε ενδεχόμενο πτώσης κυβέρνησης στην ευρωζώνη είναι ανησυχητικό.
Κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία η παρέμβαση Τραμπ στη Fed
Αναφερόμενη στις ΗΠΑ, η Λαγκάρντ είπε ότι εάν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απομακρύνει τον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) Τζερόμ Πάουελ ή το μέλος του ΔΣ της Fed Λίζα Κουκ, τότε αυτό θα αποτελούσε “πολύ σοβαρό κίνδυνο για την αμερικανική οικονομία και την παγκόσμια οικονομία”.
“Εάν η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ δεν ήταν πλέον ανεξάρτητη και, αντίθετα, εξαρτώταν από τις διαταγές του ενός ή του άλλου, τότε πιστεύω ότι η επίδραση στην ισορροπία της αμερικανικής οικονομίας θα μπορούσε, ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων που θα είχε αυτό σε όλο τον κόσμο, να είναι πολύ ανησυχητική, επειδή πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο”.





