Οι σημερινοί 55άρηδες φαίνεται πως θα είναι οι πρώτοι που θα επηρεαστούν από τις επικείμενες αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, οι οποίες βρίσκονται στο τραπέζι της συζήτησης.
Στο τέλος του 2026, η κυβέρνηση θα κληθεί να αποφασίσει εάν και με ποιον τρόπο θα αυξηθούν τα γενικά όρια συνταξιοδότησης από την 1η Ιανουαρίου 2027, με βάση την πορεία του προσδόκιμου ζωής. Η σχετική απόφαση θα βασιστεί στη μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία εκπονείται κάθε τρία χρόνια και αναμένεται να δείξει περαιτέρω αύξηση του μέσου όρου ζωής.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, η Αναλογιστική Αρχή εκτιμά ότι το 2030 τα ισχύοντα όρια των 62 και 67 ετών θα αυξηθούν κατά περίπου 1,5 έτος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η προσαρμογή αυτή θα γίνει σταδιακά, από το 2027 έως το 2030, ή αν θα εφαρμοστεί εξ αρχής από την 1/1/2027.
Αν επιλεγεί το σενάριο της σταδιακής αύξησης, είναι πιθανό να υιοθετηθεί το μοντέλο που εφαρμόστηκε την περίοδο 2015-2021, με ετήσιες μεταβολές στα όρια. Σε αυτή την περίπτωση, ένας ασφαλισμένος που θα κλείσει το 62ο έτος το 2027 θα μπορεί να αποχωρήσει στα 62,6 έτη, όσοι το 2028 στα 62,9 έτη, ενώ το 2030 η ηλικία συνταξιοδότησης θα διαμορφωθεί στα 63,5 έτη.
Η τελική απόφαση αναμένεται να έχει άμεσο αντίκτυπο σε χιλιάδες ασφαλισμένους, οι οποίοι βρίσκονται πλέον σε κρίσιμη φάση του επαγγελματικού τους βίου.
Δύο κατηγορίες
Σήμερα τα όρια ηλικίας έχουν «κλειδώσει» σε δύο κατηγορίες:
Στα 62 έτη, με την προϋπόθεση συμπλήρωσης 40 ετών ασφάλισης (12.000 ένσημα).
Στα 67 έτη με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης (4.500 ένσημα). Πηγές του υπουργείου Εργασίας τονίζουν ότι δεν προβλέπεται άμεση αύξηση, καθώς η Ελλάδα έχει περιθώριο χρόνου σε σχέση με άλλες χώρες, για δύο λόγους:
Μετά την πίεση της τρόικας, από 1/1/2013 τα όρια αυξήθηκαν στα 62 και 67 έτη, περισσότερο από ό,τι θα προέκυπτε με βάση τον νόμο του 2010.
Με τον Νόμο 4336/2015 αυξήθηκαν σε όλα τα ενδιάμεσα όρια.
Ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση υπογραμμίζουν ότι τρεις δημογραφικοί δείκτες θα κρίνουν τις αλλαγές μετά το 2027:
Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων άνω των 65 προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, που οδεύει προς το 60% από 39% σήμερα.
Ο δείκτης γήρανσης, καθώς για κάθε 170 ηλικιωμένους αντιστοιχούν 100 νέοι εργάσιμης ηλικίας.
Ο δείκτης γονιμότητας, που βελτιώθηκε οριακά από 1,3 παιδιά το 2018 σε 1,5 το 2022, αλλά παραμένει χαμηλότερος από το 2,1 των ανεπτυγμένων χωρών. Η υπογεννητικότητα είναι το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα, όπως φαίνεται από το ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων, που παραμένει ελλειμματικό και διπλασιάστηκε σε μια πενταετία, από -33.856 άτομα το 2018 σε -64.706 το 2022.





