«Ωρολογιακή βόμβα» για το ΑΕΠ η πτώση της κατανάλωσης

Ρωγμές εμφανίζονται στα «πήλινα πόδια» της ελληνικής οικονομίας. Ακρίβεια και στρεβλό αναπτυξιακό πρότυπο υπονομεύουν τις προοπτικές της χώρας.

Σε επικίνδυνα μονοπάτια φαίνεται πως έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία, καθώς το βασικό στήριγμα της ανάπτυξής της, η ιδιωτική κατανάλωση, εμφανίζει σημάδια έντονης κόπωσης. Η επίμονη ακρίβεια, ιδίως σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, ένδυση και στέγαση, σε συνδυασμό με την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, έχει αρχίσει να προκαλεί ανησυχία για την πορεία του ΑΕΠ στο β’ εξάμηνο του 2025.

Οι δείκτες είναι αποκαλυπτικοί: η λιανική κατανάλωση εμφανίζει σαφή πτωτική τάση, ενώ το οικονομικό κλίμα επιδεινώνεται στους κλάδους που εξαρτώνται από τη ζήτηση των νοικοκυριών. Πρόκειται για ένα πρώτο ηχηρό καμπανάκι που δείχνει τα όρια του ελληνικού αναπτυξιακού προτύπου, το οποίο εξακολουθεί να βασίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και στον τουρισμό.

Η πίεση στα νοικοκυριά αποτυπώνεται πλέον τόσο στους δείκτες όσο και στην καθημερινότητα. Η Eurostat, στην προκαταρκτική της εκτίμηση για τον Ιούλιο, κατέγραψε εκ νέου επιτάχυνση του πληθωρισμού τροφίμων – αλκοόλ – καπνού στο 3,3%, από 2,4% τον Ιούνιο και 2,8% τον Μάιο. Η νέα έξαρση των τιμών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος εμφανίζει σταθεροποίηση ή και υποχώρηση, υποδεικνύοντας πως η πίεση προέρχεται από άλλες παραμέτρους, όπως οι αυξήσεις στις τιμές εισαγωγών, τα κόστη μεταφοράς και ίσως κερδοσκοπικές πρακτικές.

Το μεγαλύτερο σοκ, όμως, έρχεται από το κόστος στέγασης. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα τον Ιούνιο (τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία) κατέγραψε ετήσια αύξηση 9,2% στην κατηγορία housing (στέγαση, ηλεκτρισμός, ύδρευση και λοιπές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), σχεδόν πενταπλάσια του μέσου όρου της Ε.Ε. (2,7%). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ όλων των κρατών-μελών, καθιστώντας την Ελλάδα «πρωταθλήτρια ακρίβειας» σε βασικά λειτουργικά έξοδα νοικοκυριού αλλά και επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η χώρα καταγράφει έναν από τους υψηλότερους πληθωρισμούς ένδυσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με +4,9% τον Ιούνιο, πίσω μόνο από τη Ρουμανία. Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Γαλλία η μεταβολή είναι σχεδόν αμελητέα ή ακόμα και αρνητική. Το τρίπτυχο τρόφιμα – στέγαση – ένδυση έχει μετατραπεί σε ασφυκτικό πλαίσιο για τα ελληνικά νοικοκυριά, ροκανίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα.

Η κατάσταση αντικατοπτρίζεται και στους ποιοτικούς δείκτες εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, τον Ιούλιο το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα κατέγραψε ενίσχυση, όμως ο επιμέρους δείκτης για το λιανεμπόριο κατρακύλησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Εξίσου αρνητική είναι και η εικόνα των προσδοκιών των καταναλωτών, που εμφανίζονται απαισιόδοξοι για το μέλλον της οικονομίας και της προσωπικής τους κατάστασης.

Οπως ο ΙΟΒΕ επισημαίνει, οι προσδοκίες των καταναλωτών κατρακυλούν, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, καθώς οι Ελληνες δηλώνουν πως αναμένουν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης και μείωση της κατανάλωσης, ενδεικτικό της ασφυκτικής πίεσης που δέχονται από τις τιμές και τις δυσκολίες κάλυψης των καθημερινών εξόδων. Η υποχώρηση του καταναλωτικού κλίματος σημαίνει περιορισμό των μελλοντικών αγορών, άρα περαιτέρω συρρίκνωση της ζήτησης.
Οι επιχειρηματίες του λιανεμπορίου αντιμετωπίζουν μεγάλη πτώση του τζίρου, με κάποιες κατηγορίες να εμφανίζουν μείωση πωλήσεων έως και 20% σε σχέση με πέρυσι.

Υποχώρηση της κατανάλωσης σημαίνει υπονόμευση της ανάπτυξης

Η επιδείνωση της κατανάλωσης δεν έχει μόνο κοινωνικές επιπτώσεις. Απειλεί να υπονομεύσει τον ίδιο τον ρυθμό ανάπτυξης, καθώς η κατανάλωση αντιπροσωπεύει περίπου το 70% του ελληνικού ΑΕΠ. Σε μια περίοδο που οι επενδύσεις παραμένουν εύθραυστες και οι εξαγωγές δεν έχουν αποκτήσει την απαιτούμενη δυναμική, η πτώση της κατανάλωσης λειτουργεί ως «ωρολογιακή βόμβα» για την οικονομική επίδοση του δεύτερου εξαμήνου.

Το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες, καθώς η ελληνική οικονομία, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης, που δεν έχει επαρκή παραγωγική βάση και δεν διαχέει τα οφέλη στο σύνολο της κοινωνίας. Η ενίσχυση του τουρισμού (ο οποίος επίσης παρουσιάζει σημάδια στασιμότητας) και η αύξηση των επενδύσεων σε ακίνητα δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την κόπωση της εσωτερικής ζήτησης, ούτε δημιουργούν διατηρήσιμες θέσεις εργασίας ή επαρκή έσοδα για τα νοικοκυριά.

Οπως αναφέρουν αναλυτές, η πίεση στους καταναλωτές είναι αποτέλεσμα τόσο της ακρίβειας όσο και των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών, όπως χαμηλοί μισθοί, υψηλή φορολογία, περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά. Η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει πολύ περισσότερα απ’ όσα παράγει, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικές ανατιμήσεις.

Γίνεται πλέον ξεκάθαρο πως αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως η κάμψη της κατανάλωσης και η ακρίβεια που τη συνοδεύει (αντιμετωπίζοντας πρωτίστως τα αίτια και όχι απλά τα συμπτώματα), το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης επιβράδυνσης δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο κίνδυνος είναι αφενός να διολισθήσει η χώρα ξανά σε τροχιά επιβράδυνσης, αφετέρου να διογκωθούν και να πολλαπλασιαστούν τα αδιέξοδα για τις κατώτερες εισοδηματικά τάξεις, που είναι οι πλέον ευάλωτες σε αυτές τις αναταράξεις.

Στην παρούσα φάση η λήψη στοχευμένων μέτρων για τη συγκράτηση των τιμών σε βασικά αγαθά, η αύξηση των πραγματικών αποδοχών και η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης καθίστανται αναγκαίες. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις το οικοδόμημα της ελληνικής οικονομίας κινδυνεύει να αποδειχθεί πως στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια.

K.A.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 8/8/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ