Με χαρακτηριστική άνεση πέρασαν οι τρεις από τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες τα stress tests των EBA και η ΕΚΤ για το διάστημα 2025-2027. Συγκεκριμένα, οι Εθνική, Alpha και Πειραιώς (η Eurobank θα εξεταστεί αργότερα λόγω της απόκτησης της Ελληνικής Τράπεζας στην Κύπρο) όχι μόνο πέρασαν την άσκηση, αλλά απέδειξαν ότι μπορούν να αντέξουν χωρίς να πέσουν κάτω από κρίσιμα επίπεδα CET1, ακόμη και υπό το δυσμενές σενάριο (adverse), αποδίδοντας δείκτες διψήφιους και σαφώς επαρκείς.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Μάλιστα, τα stress tests έγιναν σε ένα διεθνές μακροοικονομικό σκηνικό εξαιρετικά απαιτητικό. Με την ΕΚΤ να έχει ολοκληρώσει οκτώ μειώσεις επιτοκίων αλλά να τραβά «χειρόφρενο» περαιτέρω κινήσεων για όλο το 2025, επαναπροσδιορίζεται η στάση της μπροστά στις νέες εμπορικές εντάσεις λόγω της επιβολής δασμών 15% από τις ΗΠΑ σε ευρωπαϊκά προϊόντα.
Με τον πληθωρισμό στην Eυρωζώνη να έχει σταθεροποιηθεί γύρω στο 2% και την ανάπτυξη να επιβραδύνεται, η ΕΚΤ βάζει στον πάγο νέες μειώσεις επιτοκίων, με πιθανή νέα παρέμβαση μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Το «φρενάρισμα» στην πορεία χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής είναι ένα στοιχείο που ευνοεί τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες επωφελούνται από το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, ακόμη κι αν είναι αυξημένα ως προς το κόστος δανεισμού της ΕΚΤ. Αυτό συμβαίνει γιατί:
• Το κόστος καταθέσεων παραμένει πολύ χαμηλό.
• Τα δάνειά τους τρέχουν με υψηλά επιτόκια.
• Διατηρείται ένα ισχυρό κέρδος από το spread (NIM), το οποίο ενίσχυσε την κερδοφορία τους και αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα επιτυχίας στα stress tests.
Με απλά λόγια, οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αντλούν κεφάλαια περισσότερο από τις καταθέσεις και λιγότερο απευθείας από την ΕΚΤ, δανείζουν με υψηλό επιτόκιο, ακολουθώντας την ανοδική πορεία των επιτοκίων της αγοράς, ενώ πληρώνουν ακόμα πολύ χαμηλά επιτόκια στους καταθέτες τους. Αυτό το περιθώριο μεταξύ επιτοκίου δανείων και επιτοκίου καταθέσεων, το λεγόμενο επιτοκιακό περιθώριο, είναι σήμερα η βασική πηγή κερδοφορίας για τις τράπεζες και αποτέλεσε σύμμαχο για να περάσουν τα λεγόμενα «τεστ αντοχής».
Οσο η ΕΚΤ δεν βιάζεται να μειώσει ξανά τα επιτόκια, το «μοντέλο» αυτό συνεχίζει να αποδίδει. Την ίδια ώρα, στην υπόλοιπη Ευρώπη, πολλές τράπεζες αντιμετωπίζουν μικρότερο περιθώριο κέρδους, είτε γιατί έχουν πιο ανταγωνιστικό τοπίο στις καταθέσεις είτε γιατί βασίζονται λιγότερο στα επιτόκια και περισσότερο σε άλλες δραστηριότητες.
Τριπλό προβάδισμα με αύξηση κερδοφορίας
Ο βασικός μοχλός της οργανικής κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών παραμένει το υψηλό επιτοκιακό περιθώριο (NIM). Το 2022-2025 οι αυξήσεις επιτοκίων εκτινάχθηκαν, ενώ το κόστος καταθέσεων παρέμεινε περιορισμένο, καθώς οι περισσότεροι λογαριασμοί ταμιευτηρίου και όψεως εξακολουθούν να προσφέρουν μηδενικά ή εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Το αποτέλεσμα είναι spread, που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνά το 3%-3,5%, έναντι μέσου ευρωπαϊκού 1,5%-2%.
Συγχρόνως, οι τράπεζες έχουν επιτύχει σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPEs), σε πολλές περιπτώσεις κάτω από το 5%-6%, μειώνοντας δραστικά τις προβλέψεις και αυξάνοντας την καθαρή κερδοφορία. Τα έσοδα από προμήθειες (υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής, κάρτες, επενδυτικά προϊόντα) λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν τη διαφοροποίηση των εσόδων χωρίς να είναι βασική πηγή κέρδους.
Η συγκεκριμένη εικόνα με βάση τα αποτελέσματα των stress tests είναι:
• Η Εθνική Τράπεζα πέρασε με δείκτη CET1 (Fully Loaded) στο 18,3% για το 2024 και, σύμφωνα με τις παραδοχές του βασικού σεναρίου, αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κεφαλαιακή της θέση, φτάνοντας το 19,41% το 2025, το 20,7% το 2026 και το 21,87% το 2027. Στο δυσμενές σενάριο (adverse), ο δείκτης εμφανίζει υποχώρηση: εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 16,6% το 2025, στο 16,91% το 2026 και στο 11,47% το 2027. Παρά την πίεση στο δυσμενές σενάριο, η τράπεζα διατηρεί επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας άνω του εποπτικού ορίου σε όλη τη διάρκεια της άσκησης, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του ισολογισμού της σε ακραίες συνθήκες.
• Η Τράπεζα Πειραιώς άρχισε την άσκηση με δείκτη CET1 (Fully Loaded) στο 14,47% το 2024 και, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, αναμένεται να ενισχύσει σταδιακά την κεφαλαιακή της επάρκεια, φτάνοντας στο 14,43% το 2025, στο 15,11% το 2026 και στο 15,81% το 2027. Αντίθετα, στο δυσμενές σενάριο, τα κεφάλαια υποχωρούν σταδιακά: στο 12,51% το 2025, στο 11,85% το 2026 και στο 11,75% το 2027. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, ακόμη και υπό πίεση, η τράπεζα διατηρεί τον δείκτη της άνω του κρίσιμου ορίου του 10%, χωρίς να απαιτείται κεφαλαιακή παρέμβαση.
• Η Alpha Bank, με δείκτη CET1 Fully Loaded στο 16,25% στο τέλος του 2024, παρουσιάζει ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης στο βασικό σενάριο, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στο 16,98% το 2025, στο 17,8% το 2026 και στο 18,58% το 2027. Αντίστοιχα, στο δυσμενές σενάριο, ο δείκτης υποχωρεί με πιο ήπιο ρυθμό: στο 13,93% το 2025, στο 14,02% το 2026 και στο 14,15% το 2027. Σε όλη τη διάρκεια της περιόδου η τράπεζα διατηρεί σημαντικό περιθώριο άνω του εποπτικού ορίου, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα του ισολογισμού της ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 8/8/2025)





