Διπλής ανάγνωσης είναι τα στοιχεία για τις ρυθμίσεις οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, αλλά και διμερώς με τους servicers.Από τη μία, αποδεικνύεται πως είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Από την άλλη, προβληματισμό προκαλεί ο αριθμός των επιχειρήσεων που αναγκάζεται να προσφύγει στη λύση του εξωδικαστικού, επειδή αδυνατούν να ανταποκριθούν οικονομικά στις υποχρεώσεις τους. Συνολικά, περί τα 41 δισ. των ενταγμένων οφειλών στον εξωδικαστικό αφορούν επιχειρήσεις και επιτηδευματίες.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που καταγράφουν την περίοδο έως το τέλος του Ιουλίου δείχνουν ότι όλες οι κατηγορίες επιχειρήσεων, από τις πολύ μικρές έως τις μεγάλες, καταφεύγουν μαζικά στα διαθέσιμα εργαλεία για να αναδιαρθρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να διατηρήσουν τη βιωσιμότητά τους.
Συνολικά, μέχρι το τέλος Ιουλίου οι επιτυχείς ρυθμίσεις μέσω του εξωδικαστικού ανήλθαν σε 40.515, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές 13,25 δισ. ευρώ. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι το 19,87% των συνολικών οφειλών αφορά νομικά πρόσωπα (10,38 δισ. ευρώ) και το 58,5% (30,57 δισ. ευρώ) φυσικά πρόσωπα – επιτηδευματίες, δηλαδή επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Συνολικά, περίπου 8 στα 10 ευρώ των ρυθμιζόμενων οφειλών προέρχονται από την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η σημαντική αύξηση των ρυθμίσεων αποδίδεται στις αλλαγές που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Μαΐου 2025. Η υποχρεωτική συμμετοχή των πιστωτών και η διεύρυνση των κριτηρίων ώστε να καλύπτεται και η μεσαία τάξη επιχειρήσεων επέτρεψαν σε πολλές εταιρίες να υποβάλουν αίτηση, ακόμα κι αν προηγουμένως δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση 30% στις επιτυχείς ρυθμίσεις μέσα στο πρώτο τρίμηνο εφαρμογής του νέου πλαισίου, όπως ανέφερε και ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης.
Πέρα από τις πολυμερείς διαδικασίες του εξωδικαστικού, οι διμερείς ρυθμίσεις με τους servicers αποτελούν βασικό κανάλι αναδιάρθρωσης. Τον Ιούνιο οι τέσσερις μεγαλύτεροι διαχειριστές (Intrum, Cepal, doValue, QQuant) ρύθμισαν συνολικά 514 εκατ. ευρώ οφειλών για 6.500 οφειλέτες. Και σε αυτή την περίπτωση το επιχειρηματικό σκέλος είναι έντονο, καθώς η Intrum επικεντρώνεται κυρίως σε δάνεια μεγάλων επιχειρήσεων, η doValue σε μικρομεσαίες, ενώ η Cepal και η QQuant συνδυάζουν χαρτοφυλάκια στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων με επιχειρηματικά ανοίγματα.
Οι επιχειρηματικές ρυθμίσεις που κλείνουν μέσω servicers περιλαμβάνουν υψηλά ποσοστά διαγραφών, με μέσο «κούρεμα» 30,58% για τα εταιρικά δάνεια. Σε αρκετές περιπτώσεις η διαγραφή υπερβαίνει το 50%, μειώνοντας δραστικά το κεφάλαιο προς αποπληρωμή και καθιστώντας τη συμφωνία βιώσιμη.
Η μέση διάρκεια ρύθμισης για επιχειρηματικά δάνεια μέσω του εξωδικαστικού ανέρχεται σε 19 χρόνια, ενώ για υποχρεώσεις προς χρηματοπιστωτικούς φορείς ο μέσος όρος είναι 17 έτη. Το μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο δίνει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προγραμματίσουν τις πληρωμές τους και να διαχειριστούν καλύτερα τις ταμειακές τους ροές.
Επιπλέον, το 49% των ρυθμίσεων προς χρηματοπιστωτικούς φορείς συνοδεύεται από διαγραφή άνω του 30%, στοιχείο που βελτιώνει τη βιωσιμότητα. Για τα επιχειρηματικά δάνεια ο μέσος όρος «κουρέματος» είναι 30,58%, ενώ για τα καταναλωτικά φτάνει το 34,88%.
Μεγάλη συγκέντρωση χρέους σε επιχειρηματικά κέντρα
Η γεωγραφική κατανομή δείχνει ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση εταιρικών οφειλών βρίσκεται στην Αττική (31,65% ή 16,54 δισ. ευρώ) και την Κεντρική Μακεδονία (17,6% ή 9,19 δισ. ευρώ), περιοχές όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Ακολουθούν η Κρήτη και η Πελοπόννησος, που συνδυάζουν έντονη τουριστική κίνηση με τοπικές βιομηχανίες και αγροδιατροφικές επιχειρήσεις. Παρά την πρόοδο, σημαντικό ποσοστό αιτήσεων από επιχειρήσεις απορρίπτεται. Στους χρηματοπιστωτικούς φορείς, το 29,7% των οφειλών απορρίφθηκε λόγω ανεπαρκούς οικονομικής δυνατότητας εξυπηρέτησης. Αλλες αιτίες είναι η εκτίμηση ότι ο εξωδικαστικός δεν είναι κατάλληλος μηχανισμός για τη συγκεκριμένη οφειλή (8,5%) και η ύπαρξη πρόσφατης ρύθμισης με εξασφαλίσεις που δυσχεραίνει την ισότιμη μεταχείριση πιστωτών.
Από την πλευρά των οφειλετών, οι απορρίψεις συχνά δεν συνοδεύονται από αιτιολόγηση. Στις πολυμερείς διαδικασίες το ποσοστό αυτό φτάνει το 64,7%, ενώ στις διμερείς το 81,1%. Οταν υπάρχει αιτιολόγηση, η κυριότερη αιτία είναι η αδυναμία εξυπηρέτησης της πρότασης.
Κ.Α.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 8/8/2025)






