Άλλη μια «δόση» αβεβαιότητας στο παζλ των διεθνών αγορών εμπορευμάτων και πρώτων υλών προσφέρει η νέα εκτόξευση της τιμής του χαλκού, υπό το φως των αναταράξεων που προκαλεί η εμπορική πολιτική δασμών και οι εξαγγελίες του Ντόναλντ Τραμπ. Από τις αρχές του 2024 μέχρι σήμερα η τιμή του βιομηχανικού αυτού μετάλλου έχει αυξηθεί πάνω από 25%, ξεπερνώντας τα 10.400 δολάρια ανά τόνο (ή περίπου 5,49$ ανά λίβρα). Πρόκειται για τα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάιο του 2022 και αρκετοί αναλυτές κάνουν λόγο για πιθανή συνέχιση της ανόδου, καθώς η ζήτηση επιμένει και οι επενδυτές στοιχηματίζουν πάνω στη διατήρηση του ράλι σε υψηλά επίπεδα.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που δεν διαθέτουν ουσιαστική εγχώρια παραγωγή χαλκού το κόστος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις διεθνείς τιμές και τις ροές εισαγωγών, προκαλώντας επιφυλακή για τα μελλούμενα.
Και αυτό διότι τα επίπεδα τιμών που έχει «πιάσει» ο χαλκός, σε συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας και αυξημένου κόστους μεταφορών, εντείνει τις πιέσεις και στο παραγωγικό κόστος.
Η ελληνική εξάρτηση από τις εισαγωγές
Το 2024 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 86.000 τόνους ραφιναρισμένου χαλκού, αξίας άνω του 1,14 δισ. ευρώ, με το μέταλλο να αποτελεί μία από τις ακριβότερες εισαγόμενες πρώτες ύλες του μεταποιητικού τομέα. Η ελληνική βιομηχανία δεν εξορύσσει ή παράγει χαλκό σε πρωτογενή μορφή, βασιζόμενη κυρίως σε εισαγωγές από χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Βουλγαρία. Οι πρώτες ύλες διοχετεύονται σε ένα πυκνό δίκτυο επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή καλωδίων, ηλεκτρικών πινάκων, υδραυλικών εξαρτημάτων, μετασχηματιστών και σωληνώσεων για κτιριακές εγκαταστάσεις.
Εν γένει, η χρήση του χαλκού εκτείνεται σε ένα τεράστιο φάσμα εφαρμογών, καθιστώντας τον αναντικατάστατο. Οι υποδομές ενέργειας, ιδιαίτερα σε συστήματα υψηλής και μέσης τάσης, εξαρτώνται από αγωγούς χαλκού. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, και ειδικά τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες για τη μεταφορά ρεύματος και τη διασύνδεση με τα δίκτυα.
Η ηλεκτροκίνηση, επίσης, ανεβάζει τη ζήτηση, καθώς ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο περιέχει τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερο χαλκό από ένα συμβατικό. Καθώς ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών επιταχύνεται, η παγκόσμια κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί δραματικά την επόμενη δεκαετία.
Ανεπαρκές το «ασφαλιστικό δίχτυ» για τις εγχώριες βιομηχανίες
Για πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην επεξεργασία χαλκού ή την παραγωγή εξαρτημάτων, η αύξηση της τιμής του μετάλλου μεταφράζεται είτε σε συμπίεση περιθωρίων κέρδους είτε σε αυξήσεις τιμών προς τους πελάτες τους. Αυτό αφορά ένα εκτενές φάσμα επιχειρήσεων, αν και κύκλοι της βαριάς βιομηχανίας της χώρας μας καθησυχάζουν αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο επηρεάζονται από το ράλι τιμών.
Οι εταιρίες που εξάγουν προϊόντα μεταποίησης χαλκού, όπως σωλήνες, ράβδοι και σύρματα, επηρεάζονται διπλά: από τη μία το αυξημένο κόστος πρώτης ύλης, από την άλλη οι πιέσεις από αγορές με σταθερότερες τιμές και μικρότερα μεταφορικά. Το 2024 οι εξαγωγές τέτοιων προϊόντων από την Ελλάδα ανήλθαν σε περίπου 670 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Οι εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων ξεπέρασαν τα 900 εκατ., καθιστώντας το εμπορικό ισοζύγιο έντονα αρνητικό.
Ωστόσο, οι μεγάλες βιομηχανίες, ειδικά όσες είναι εισηγμένες ή έχουν διεθνή έκθεση, έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν χρηματοοικονομικά εργαλεία (hedging) για να μετριάσουν την επίδραση των διακυμάνσεων της τιμής του χαλκού, αν και η πρακτική αυτή παραμένει περιορισμένη στον εγχώριο μεταποιητικό τομέα και στις μικρότερες επιχειρήσεις, όπου οι περισσότερες διατηρούν βραχυχρόνια τιμολογιακά μοντέλα. Σε αυτό το πλαίσιο η τιμή αγοράς πρώτης ύλης επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα και την ευελιξία σε προσφορές έργων ή προμηθειών, ειδικά σε κλάδους όπως οι κατασκευές και τα έργα ηλεκτροδότησης.
Ενα άλλο ερώτημα που επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο είναι το κατά πόσο η Ε.Ε. θα έπρεπε να ενισχύσει ή να θεσμοθετήσει στρατηγικά αποθέματα πρώτων υλών όπως ο χαλκός ή τουλάχιστον να εξετάσει συλλογικά μοντέλα αποθεματοποίησης για κρίσιμες βιομηχανικές χρήσεις. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 και η σημερινή αστάθεια στις τιμές εμπορευμάτων δείχνουν ότι τέτοιες πολιτικές μπορούν να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά, ενώ ήδη εφαρμόζονται από χώρες με ισχυρή βαριά βιομηχανία όπως ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία και Νότιο Κορέα. Η Ε.Ε. δεν διατηρεί κοινά αποθέματα βιομηχανικών πρώτων υλών, αλλά το θέμα έχει μπει στην ατζέντα. Η Critical Raw Materials Act του 2023 στοχεύει στη διασφάλιση πρόσβασης σε πρώτες ύλες όπως λίθιο, κοβάλτιο, σπάνιες γαίες κ.ά. Το 2025 άρχισε η συζήτηση για εθελοντικά στρατηγικά αποθέματα μεταξύ κρατών-μελών, αλλά ο χαλκός δεν συγκαταλέγεται επί του παρόντος στις «κρίσιμες» ύλες της Ε.Ε., καθώς θεωρείται εμπορεύσιμος και μη σπάνιος.
Βλέμμα σε Λονδίνο και Κίνα
Το Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου (LME) παραμένει ο βασικός δείκτης των διεθνών τιμών χαλκού. Εκεί διαμορφώνονται οι δείκτες που ακολουθούν οι μεγάλες εμπορικές εταιρίες και οι μεταλλουργίες. Η ισχυρή κινεζική ζήτηση λόγω αναζωογόνησης κατασκευαστικών έργων και κρατικών προγραμμάτων υποδομών έχει διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στη σημερινή άνοδο των τιμών και γι’ αυτό οποιαδήποτε αλλαγή στις κινεζικές εισαγωγές ή στην πολιτική στρατηγικών αποθεμάτων του Πεκίνου αναμένεται να έχει άμεσες συνέπειες στις διεθνείς αγορές και ως εκ τούτου και στην ελληνική βιομηχανία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (25 ΙΟΥΛΙΟΥ 2Ο25)





