Προϋπολογισμός-μαμούθ 2 τρισ. € που… γονατίζει φορολογικά τις επιχειρήσεις

Το σχέδιο της Κομισιόν προβλέπει μόνιμο (και επαχθή) μηχανισμό εισφορών μέσω τζίρου, με ασαφείς πτυχές και δημοσιονομικά κενά, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις ακόμα και μέσα στους κόλπους της Ε.Ε.

Η έμφαση στον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό συνοδεύεται από αύξηση επιβαρύνσεων σε τομείς υψηλής ρύπανσης, χωρίς σαφείς δικλίδες προστασίας

Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ε.Ε. για την περίοδο 2028-2034 εγκρίθηκε από την Κομισιόν, όμως δεν έχει τύχει και της καλύτερης υποδοχής. Αντιθέτως, συνοδεύεται από κριτική, ακόμα και εντός του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, κυρίως για την πρόβλεψη δημιουργίας νέων ιδίων πόρων, μέσα από ένα εκτεταμένο πλέγμα φορολογικών επιβαρύνσεων που πλήττει ευθέως τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μεγάλες. Η πρόταση της Κομισιόν για έναν προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 σε επίπεδα-μαμούθ, που θα φτάνουν σχεδόν στα 2 τρισ. ευρώ, έγινε δεκτή από το Κολέγιο Επιτρόπων με γνώμονα τη σταθεροποίηση των ευρωπαϊκών δημόσιων οικονομικών σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και άλλων προκλήσεων (αμυντικές ανάγκες, διπλή πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, κοινωνική συνοχή).

Η πρόταση, όμως, έχει ήδη προκαλέσει πολιτικούς τριγμούς, με πρώτο τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος έκανε λόγο για «απαράδεκτη αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού», απορρίπτοντας και τη νέα φορολόγηση επιχειρήσεων, θεωρώντας την ως μετακύλιση του κόστους από την πολιτική στις αγορές.

ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ

Το ευρωπαϊκό σχέδιο προβλέπει την εισαγωγή ενός μόνιμου μηχανισμού εισφορών για τις επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών άνω των 100 εκατ. ευρώ, με στόχο τη συγκέντρωση σημαντικών «ιδίων πόρων» για την Ε.Ε. Πρόκειται για έναν φόρο που δεν βασίζεται στα καθαρά κέρδη, αλλά στον τζίρο, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα επαχθή για επιχειρήσεις με υψηλά λειτουργικά κόστη ή μικρά περιθώρια κέρδους. Μεγάλο ερώτημα αποτελεί πώς θα απορροφηθεί αυτό το βάρος και κυρίως σε ποιες χώρες και τομείς θα εντοπιστεί η μεγαλύτερη επίδραση.

Το νέο σύστημα ιδίων πόρων της Ε.Ε. περιλαμβάνει εννέα βασικά κανάλια χρηματοδότησης:

α) Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι: δασμοί, επιβαρύνσεις, ποσά ή συντελεστές που επιβάλλονται στο εμπόριο με τρίτες χώρες.

β) Ετήσιες συνεισφορές εταιριών βάσει του καθαρού κύκλου εργασιών τους, σύμφωνα με την εξής κλιμάκωση:

100.000 ευρώ για τζίρο 100-249,9 εκατ. ευρώ

250.000 ευρώ για τζίρο 250-499,9 εκατ. ευρώ

500.000 ευρώ για τζίρο 500-749,9 εκατ. ευρώ

750.000 ευρώ για τζίρο πάνω από 750 εκατ. ευρώ

γ) Ενιαίος συντελεστής 0,30% στις καθαρές εισπράξεις ΦΠΑ κάθε κράτους-μέλους

δ) Ενιαίος συντελεστής 15% επί των εσόδων από τα ελάχιστα όρια ειδικού φόρου κατανάλωσης σε καπνό και συναφή προϊόντα.

ε) 1 ευρώ ανά κιλό μη ανακυκλωμένων αποβλήτων πλαστικής συσκευασίας ανά κράτος.

στ) 2 ευρώ ανά κιλό ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού εξοπλισμού που δεν συλλέχθηκε.

ζ) 30% επί των εσόδων από δημοπρατήσεις δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων (ETS).

η) 75% επί των εσόδων από την πώληση πιστοποιητικών CBAM (Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα).

θ) Συμπληρωματικός συντελεστής βάσει του συνολικού ΑΕΕ, ανάλογα με τις συνολικές ανάγκες του προϋπολογισμού.

Είναι ιδιαίτερα εμφανής η προσοχή που δίνεται στην περιβαλλοντική διάσταση, η οποία «κουμπώνει» στον στόχο της πράσινης μετάβασης, αλλά μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για εταιρίες που εισάγουν ή παράγουν μη βιώσιμα προϊόντα, με ελάχιστα διαθέσιμα αντισταθμιστικά εργαλεία.

Την ίδια στιγμή το συνολικό ύψος του Ταμείου Ανταγωνιστικότητας που προβλέπεται στην πρόταση της Κομισιόν ανέρχεται σε 450 δισ. ευρώ, ενώ περίπου 131 δισ. ευρώ εξ αυτών θα διατεθούν σε δραστηριότητες που συνδέονται με την αμυντική βιομηχανία, το Διάστημα και την ασφάλεια, ποσό πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Με λίγα λόγια, η Κομισιόν σκοπεύει να εισπράξει χρήματα από τις παραγωγικές επιχειρήσεις, ούτως ώστε να τα ρίξει σε εξοπλισμούς και σε ασφάλεια.

Κ.Α.

Ποιος θα εποπτεύει τις νέες εισπρακτικές διαδικασίες

Οπως αναφέρεται στο νομικό κείμενο που συνοδεύει τον πολυετή προϋπολογισμό της Ε.Ε., τα κράτη-μέλη θα διαχειρίζονται τη διαδικασία είσπραξης για τους περισσότερους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών δασμών και των εταιρικών συνεισφορών. Η Ε.Ε. διατηρεί την αρμοδιότητα εποπτείας: η Κομισιόν θα ελέγχει εάν οι εθνικοί μηχανισμοί εφαρμόζουν σωστά το ρυθμιστικό πλαίσιο και, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, θα εισηγείται παρεμβάσεις στο συμβούλιο και το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τα κράτη-μέλη θα κρατούν 10% ως διοικητικό κόστος από τα ποσά που εισπράττουν (τόσο για τους τελωνειακούς πόρους όσο και για τις εταιρικές εισφορές), μια λεπτομέρεια που πιθανώς αυξάνει τη συμμόρφωση, αλλά δεν αναιρεί το κόστος για τις επιχειρήσεις.

Το νέο σύστημα αναμένεται να τεθεί σε ισχύ μαζί με τον επόμενο προϋπολογισμό (2028), ωστόσο το πολιτικό διακύβευμα έχει ήδη ανοίξει. Πέρα από τη Γερμανία, αντιδράσεις υπάρχουν και σε άλλες χώρες, με προβληματισμό να εκφράζεται για τις επιπτώσεις σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, η ναυτιλία και οι ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Στο «κάδρο» και πολλές ελληνικές εταιρίες 

Αν και ο αριθμός των μεγάλων επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι σαφέστατα μικρότερος από άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, το κατώτατο όριο ετήσιου τζίρου στα 100 εκατ. ευρώ βάζει πάρα πολλές ελληνικές εταιρίες στο «κάδρο» των νέων φόρων, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας, της μεταποίησης και του λιανεμπορίου. Ως ερωτηματικό παραμένει εάν θα υπάρξει ενιαία πανευρωπαϊκή εφαρμογή ή δυνατότητα εθνικών εξαιρέσεων ή κλαδικών προσαρμογών.

Σε κάθε περίπτωση, η πρόθεση της Ε.Ε. να ενισχύσει τον προϋπολογισμό της με σταθερά έσοδα απευθείας από τον ιδιωτικό τομέα είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν προβλέπεται να εφαρμοστεί χωρίς αυξανόμενες αντιδράσεις και από τον επιχειρηματικό κόσμο.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (25 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ